Μια ατυχής ευκαιρία
- Αλκυόνη Γουρδομιχάλη
- Nov 13, 2023
- 1 min read
Updated: Nov 5, 2024
Η εκκλησία είχε γεμίσει. Ο κόσμος ήταν έτοιμος για την τελετή. Τα κεριά και οι πολυέλαιοι λιγάκι ζέσταιναν το μισοσκόταδο, η βροχή ακουγόταν αμυδρά και ο Ανέστης στη μέση, ξαπλωμένος στη θέση του, γαλήνιος πια. Ο ιεράς έψαλλε και το τέλος είχε ήδη αρχίσει(;)
«Κουνιέται! Ο Ανέστης κουνιέται!» ακούστηκε μια τσιρίδα. Η εκκλησία σείστηκε από τα ουρλιαχτά. Τα μάτια του Ανέστη είχαν ανοίξει διάπλατα και τα χέρια του είχαν αρπάξει το στερνοκρέβατο για να ανασηκωθεί. «Εεε, ζω! Είμαι ζωντανός! Θεέ μου! Δείτε με! Ζω!» και ξάφνου πετάχτηκε όρθιος. Οι άνθρωποι δε σταμάτησαν να ουρλιάζουν και να τρέχουν προς την έξοδο.
«Πού πάτε; Δεν έχει έρθει η ώρα μου!» τους φώναζε καθώς έβγαζε τα βαμβάκια από τα ρουθούνια του. «Ανέστη είσαι νεκρός! Όλοι σε είδαμε να ξεψυχάς. Πήγαινε πίσω και κλείσε τα μάτια να συνεχίσουμε. Ο μπάρμπα Αλέξης έσκαψε τη θέση σου και περιμένει στη βροχή», κραύγασε ο ιερέας. Τότε ο Ανέστης τρομοκρατημένος προσπάθησε να ξεφύγει από το πλάι. Τρεις γεροδεμένοι άντρες έπεσαν πάνω του, τον έσυραν στο φέρετρο και ο ιερέας τον στραγγάλισε με το θυμιατό . Οι άνθρωποι ανακουφισμένοι επανήλθαν στις θέσεις τους και η τελετή συνεχίστηκε. Μια μικρή βρήκε τα βαμβάκια και τα έχωσε ξανά στη μύτη του.

Comments